ἑτέρωθι

ἑτέρ-ωθι, Adv.
A on the other side,

ἔνθεν . . , ἑ. δὲ . . Od.12.235

: in later Prose, Ph.1.301, Jul.Or.2.69a.
II = ἄλλοθι, elsewhere, Il.5.351, 15.348, Od.4.531, Pl.Prm.146c, etc.; οὐδαμόθι ἑ. nowhere else, Hdt.3.113; ἑ. πανταχοῦ anywhere else, Antipho 6.39; λέγει ἑ. ὅτι in another passage, Ph.1.372, cf. Hdt.9.58: c. gen., ἑ. τοῦ λόγου in another part of my story, Id.6.19;

ἑ. που τοῦ σώματος Arist.PA663b3

.
III at another time, τότε μὲν . . , ἑ. δὲ . . Hdt.3.35.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετέρωθι — ἑτέρωθι και αιολ. τ. ἑτέρωτα (Α) επίρρ. 1. στο άλλο μέρος, απέναντι 2. σε άλλο μέρος, αλλού 3. σε άλλον χρόνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + επίθ. θι, που δηλώνει εν τόπω στάση (πρβλ. αυτό θι)] …   Dictionary of Greek

  • ἑτέρωθι — on the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτέρωθ' — ἑτέρωθε , ἑτέρωθεν from the other side indeclform (adverb) ἑτέρωθι , ἑτέρωθι on the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έτερος — έρα, ο (ΑΜ ἕτερος, έρα, ον Α και δωρ. ἅτερος και αιολ. ἄτερος και ιων. οὕτερος και μτγν. θάτερος) 1. (αντ. επιμερ.) άλλος 2. διαφορετικός, αλλιώτικος 3. (με άρθρο) ο έτερος ο ένας από τους δύο («ο έτερος τών κατηγορουμένων») 4. φρ. α) «αφ ετέρου» …   Dictionary of Greek

  • ετέρωτα — ἐτέρωτα (Α) αιολ. τ. τού επιρρ. ετέρωθι* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.